Το φορολογικό καθεστώς που διέπει τις Εταιρίες Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία καθορίζεται από το Άρθρο 31 του ν. 2778/1999, όπως τροποποιήθηκε από 01/06/2016 από το Άρθρο 46 του Νόμου 4389/2016.

 

Βασικά σημεία:

Οι Εταιρίες Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία υποχρεούνται σε καταβολή φόρου ο συντελεστής του οποίου ορίζεται σε δέκα τοις εκατό (10%) επί του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Επιτοκίου Αναφοράς) προσαυξανομένου κατά μία (1) ποσοστιαία μονάδα και υπολογίζεται επί του μέσου όρου των επενδύσεών τους, πλέον των διαθεσίμων, σε τρέχουσες τιμές, όπως απεικονίζονται στους εξαμηνιαίους πίνακες επενδύσεων που προβλέπονται από την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του ν. 2778/1999. Σε περίπτωση μεταβολής του Επιτοκίου Αναφοράς, η προκύπτουσα νέα βάση υπολογισμού του φόρου ισχύει από την πρώτη ημέρα του επομένου της μεταβολής μήνα. Ο οφειλόµενος φόρος κάθε εξαµήνου δεν µπορεί να είναι µικρότερος του 0,375% του µέσου όρου των επενδύσεών τους, πλέον των διαθεσίµων, σε τρέχουσες τιµές, όπως απεικονίζονται στους εξαµηνιαίους πίνακες επενδύσεων που προβλέπονται από την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του ν. 2778/1999.

 

Ο φόρος αποδίδεται στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία μέσα στο πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα που ακολουθεί το χρονικό διάστημα που αφορούν οι εξαμηνιαίοι πίνακες επενδύσεων.

 

Σε περίπτωση παρακράτησης φόρου επί κτηθέντων µερισµάτων, ο φόρος αυτός συµψηφίζεται µε το φόρο που προκύπτει από τη δήλωση που υποβάλλεται από την Εταιρεία Επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία εντός του µηνός Ιουλίου. Τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο µεταφέρεται για συµψηφισµό µε επόµενες δηλώσεις. Με την καταβολή του φόρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση της εταιρείας και των µετόχων της. Οι διατάξεις του ν. 4174/2013 (Α΄170) εφαρµόζονται ανάλογα και για τον φόρο που οφείλεται µε βάση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής. Για τα διανεµόµενα µερίσµατα στους µετόχους της εταιρείας δεν έχουν εφαρµογή οι διατάξεις των άρθρων 62 και 64 του ν. 4172/2013. Κατά τον υπολογισµό του παραπάνω φόρου δε λαµβάνονται υπόψη τα ακίνητα που κατέχουν άµεσα ή έµµεσα θυγατρικές των ΑΕΕΑΠ, εταιρείες του άρθρου 22 παράγραφος 3 περιπτώσεις δ΄ και ε΄ ν. 2778/1999, εφόσον αυτά αναγράφονται διακεκριµένα στις καταστάσεις επενδύσεών τους.